Μικροί Λογοτέχνες

Με αφορμή το κεφάλαιο του μαθήματος της Γλώσσας της Ά δημοτικού « Ένα γράμμα για την Ιωάννα», οι μαθητές της Ά τάξης αποφάσισαν με ενθουσιασμό να γράψουν τα δικά τους γράμματα σε αγαπημένα τους πρόσωπα. Όταν τα έγραψαν, τα έκλεισαν μέσα σε φακέλους όπου συμπλήρωσαν τα στοιχεία του αποστολέα και του παραλήπτη και  ξεκινήσαμε όλοι μαζί, την Παρασκευή 8 Απριλίου για το ταχυδρομικό κατάστημα του Βροντάδου, προκειμένου να τα ταχυδρομήσουν.
Ο βασικός σκοπός αυτής της δραστηριότητας ήταν να βρεθούν τα παιδιά σε μια πραγματική κατάσταση επικοινωνίας και η ύπαρξη συγκεκριμένου παραλήπτη να τους δημιουργήσει κίνητρο και θετική διάθεση  να γράψουν αλλά και να διορθώσουν το γραπτό τους.

IMGP3272
IMGP3274
IMGP3275
IMGP3276
IMGP3277
IMGP3278
IMGP3279
1/7 
start stop bwd fwd

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΓΙΣΣΑΣ


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια μάγισσα που είχε όλα τα ραβδιά που υπήρχαν στην πόλη.
Η μάγισσα αυτή δεν είχε το ραβδί του γέλιου. Είχε ψάξει σε όλα τα μέρη θάλασσες, βουνά και χωράφια αλλά δεν το έβρισκε .Μια μέρα λοιπόν εκεί που περπατούσε άκουσε μια μουσική που όμοια της δεν είχε ξανακούσει. Με  περιέργεια πλησίασε προς τον ήχο της  μουσικής. Εκεί συνάντησε  μια νεράιδα και αμέσως έγιναν φίλες. Μάλιστα η μάγισσα  της είπε να έρθει σπίτι της για τσάι και η νεράιδα δέχτηκε. Πέρασε αρκετή ώρα ώσπου η μάγισσα της είπε την ιστορία με τα ραβδιά. Εκείνη της είπε ότι ξέρει που είναι .Ήταν στη σπηλιά του φίλου της του Μπρουχ του δράκου.
 Το άλλο πρωί  η νεράιδα και η μάγισσα πήγαν στη σπήλια του Μπρουχ. Εκεί ο Μπρουχ της έδωσε το ραβδί και έφυγαν  ευτυχισμένες.

Βούλγαρη Αγγελική, τάξη Γ
΄

 Υπεύθυνος Εκπαιδευτικός: Μαυρέλος Γιώργος, δάσκαλος της τάξης

 

Το ζώο που αγαπώ

 

Το ζώο που αγαπώ πιο πολύ είναι το όμορφο καναρίνι μου. Το όνομά του είναι Πίπης. Αυτή τη στιγμή δεν ζει μαζί μας. Μένει στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς μου στη Θεσσαλονίκη. Είναι μικρούλης και νοστιμούλης. Το σώμα του είναι κίτρινο και καφέ κι έχει χαριτωμένα, τοσοδούλικα ματάκια. Το πρωί όταν ξυπνάει κελαηδάει πολύ δυνατά και ξυπνάει όλο τον κόσμο. Το καλοκαίρι όταν του βάζουμε καθαρό νεράκι συνηθίζει να βρέχει τα φτερά του. Εκτός από αυτόν βρέχει και τους άλλους. Εμένα μου αρέσει να κάθομαι δίπλα στο κλουβάκι του και να του μιλάω. Νιώθω μεγάλη αγάπη για το ζωάκι μου. Έχω πολλά συναισθήματα και νιώθω υπεύθυνη για αυτό.

 

 

  Αναστασία Συμεωνίδου , τάξη Ε΄

 

 

Πεμ24Δεκ200916:14

   ΚΑΤΙ  ΑΣΥΝΗΘΙΣΤΟ  ΠΟΥ  ΕΓΙΝΕ  ΣΕ  ΕΝΑ  ΤΑΞΙΔΙ.

 Αυτό  το  καλοκαίρι  πηγαίνοντας  στη   Ρόδο  έγινε  κάτι  ασυνήθιστο.  Όλα  ξεκίνησαν  στις  6/7/2009   στις   6 ώρα το πρωί. Όταν  μπήκαμε στο αεροπλάνο και δεθήκαμε, παρατήρησα ότι ο δεξιός έλικας  κινιόταν  λίγο  πιο αργά από τον  άλλον αλλά δεν έδωσα σημασία. Απογειωθήκαμε και βάλαμε πορεία για τη Ρόδο. Στα μισά του ταξιδιού το αεροπλάνο άρχισε να βουίζει και να αγκομαχά. Οι έλικες «ψιλοσταματούσαν». Χάναμε ύψος και είχε πολλά κενά αέρος. Εγώ άρχισα να ουρλιάζω. Ο πιλότος   ανακοίνωσε αναγκαστική προσγείωση στη Σάμο  λόγο βλάβης του αεροπλάνου. Εν τω μεταξύ  πολλοί είχαν ταραχτεί  ενώ άλλοι  έπιναν ήρεμοι τον καφέ τους. Η προσγείωση ήταν απότομη και ευτυχώς  κανείς δεν είχε τραυματιστεί. Περιμέναμε  κάμποσες  ώρες να φτιαχτεί  το  αεροπλάνο , ύστερα  απογειωθήκαμε με πορεία προς τη Ρόδο . Όταν  φτάσαμε στη Ρόδο  βγήκαμε  από  το  αεροπλάνο σαν  [ ζόμπι]  από  την  τρομάρα  που  πήραμε.

        Τέλος αφού σκέφτηκα τι έγινε άρχισα να γελώ από  χαρά που ήμουν  ζωντανός.

 

 Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΜΕ ΤΑ ΠΕΡΙΕΡΓΑ.

Στην αρχή κυλούσαμε πολύ ωραία πάνω στα δέντρα. Ύστερα εμφανίστηκαν κάτι ακρίδες και μας έφαγαν όλα τα τρόφιμα. Μην μπορώντας να κάνουμε τίποτα προχωρήσαμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε. Όταν ξεφύγαμε ψάξαμε αν έμειναν τρόφιμα, αλλά δεν είχαν μείνει τίποτα. Τότε σκαφτήκαμε να κόψουμε φρούτα από τα δέντρα. Έτσι και έγινε. Πήραμε τις απόχες και κόβαμε φρούτα και ξηρούς καρπούς. Στο τέλος του δάσους υπήρχε μια κατηφόρα από κοντά δέντρα και το πλοίο κατέβηκε στην θάλασσα με μεγάλη ευκολία. Ύστερα συνεχίσαμε το ταξίδι μας.

 

  Ανδρέας Τσούρος

 

Πεμ24Δεκ200916:09

 "'Ένα ασυνήθιστο ταξίδι"

Κάποτε σε ένα ταξίδι με πλοίο προς τη Χαβάη, ήμουν εγώ με την οικογένειά μου.  Αυτό το ταξίδι έγινε τον Ιούνιο, περίπου στις δεκαεπτά  του δύο χιλιάδες πέντε. Στην αρχή του ταξιδιού ήταν πολύ ωραία, γιατί έμπαινα πρώτη φορά σε πλοίο.  Πρώτα μπήκαμε στην καμπίνα μας, για να αφήσουμε τις βαλίτσες και μετά βγήκαμε λίγο έξω  για να δούμε τη θάλασσα. Ξαφνικά τα κύματα μεγάλωναν. Εγώ βέβαια φοβήθηκα και μπήκα μέσα. Την ίδια στιγμή μας πήρε τηλέφωνο η γιαγιά μου και μόλις της είπαμε ότι είχε κύματα, εκείνη ανησύχησε πολύ. Ύστερα από λίγο πέρασε η φουρτούνα και έτσι δεν φοβόμασταν. Όταν μπήκαμε στην καμπίνα μας, κοιμηθήκαμε και το άλλο πρωί μας ανακοίνωσαν πως φτάνουμε. Λίγο πριν φτάσουμε, είδαμε την θεία μου και  τον θείο μου στο καράβι και έτσι δεν βαριόμασταν,  γιατί παίξαμε δύο παιχνίδια, το σκράμπλ και τη μονόπολη. Στο τέλος όταν φτάσαμε, ξαπλώσαμε στις ξαπλώστρες και ήμασταν συνέχεια μέσα στη θάλασσα. Εγώ αισθάνθηκα τρόμο για μια στιγμή με τα κύματα και χαρά γιατί φτάσαμε στη Χαβάη και κολυμπήσαμε στα μεγάλα κύματα.

ΚΑΤΣΑΔΗΜΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

 

Τρι22Δεκ200915:23

 «Ένα παράξενο ταξίδι»

  

  Το ταξίδι γίνεται στην Αφρική το 2009 και οι πρωταγωνιστές είμαστε όλη η τάξη,η δασκάλα μας και ο διευθυντής. Στην αρχή του ταξιδιού, όταν πια είχαμε φτάσει στον προορισμό μας, αφήσαμε  τα σακίδια μας κάτω. Πρώτα η Ελένη Τσάκου, η Ελένη Γεωργιαφέντη, και η Χριστιάνα άρχισαν να τραγουδάνε. Ο Αντρέας, ο Τζίμης και ο Γιώργος έτρεχαν προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά δεν πήγαιναν πολύ μακριά, γιατί δεν ήθελαν να χαθούν.Η Τένια, η Αγγελική, η Μαριάνθη και εγώ αποφασίσαμε να παίξουμε μήλα. Η Εριντάνα και η Αργυρώ Γδύση έπιασαν την κουβέντα. Έπειτα από λίγο, η κυρία Κωνσταντίνα προσπάθησε να μας οργανώσει. Μάταια όμως. Ήμασταν τόσο ενθουσιασμένοι, που δεν ηρεμούσαμε λεπτό. Ο λόγος που τελικά σταματήσαμε να παίζουμε, ήταν ότι μας είχε πιάσει μια πείνα! Ανοίξαμε γρήγορα γρήγορα τα σακίδιά μας και το ρίξαμε στο φαγητό.

      Ξαφνικά, η Μαριάνθη πήγε τρέχοντας προς την κυρία Κωνσταντίνα, που μας παρατηρούσε από μακριά, και άρχισε να την ρωτάει που είναι ο διευθυντής. Κανένας  μας δεν κατάλαβε πως έλειπε ο κύριος Γιώργος!  Ύστερα από λίγο τον είδαμε να έρχεται μαζί με δέκα καμήλες. Χωριστήκαμε σε ζευγάρια και πήγαμε προς τις πυραμίδες.Ήταν πολύ διασκεδαστικά! Μόλις φτάσαμε, αρχίσαμε να τις εξερευνούμε. Είδαμε σαρκοφάγους, αλλά κυρίως πολλές τοιχογραφίες. Όταν βράδιασε, η δασκάλα και ο διευθυντής είπαν ότι πρέπει να φύγουμε. Κάναμε πολύ ώρα να ανεβούμε στις καμήλες, επειδή θέλαμε να μπούμε σε τριάδες ή τετράδες και όχι σε δυάδες. Όμως η κυρία Κωνσταντίνα μας χώρισε πάλι σε ζευγάρια. Η απόσταση από τις πυραμίδες μέχρι εκεί που είχαμε κατασκηνώσει δεν ήταν πολύ μακριά. Μόλις φτάσαμε, καθίσαμε σε  κύκλο, ανάψαμε φωτιά και είπαμε διάφορες ιστορίες που ξέραμε.

          Τέλος κουρασμένοι αλλά και πολύ χαρούμενοι, κοιμηθήκαμε.          

  Αργυρώ Κουμέντη

 

Οι κάλοι της Κλάρας

Αφού η Κλάρα έκλαψε αρκετά γύρισε στο σπίτι της με τους γονείς της. Όταν επιτέλους έβγαλε τα παπούτσια της είδε ότι τα πόδια της είχαν γεμίσει κάλους. Τότε πήγε και το είπε στη μαμά της. Εκείνη τη μάλωσε γιατί επέμενε να πάει μαζί τους στην κηδεία. Η Κλάρα ζήτησε από τον αδερφό της να της φέρει μία κρέμα για τα πόδια της και εκείνος τότε άρχισε να χαμογελάει. Η Κλάρα θύμωσε και του πέταξε μια μεγάλη φούχτα από αλοιφή για τους κάλους στο πρόσωπό του. Οι γονείς τους άκουσαν έναν θόρυβο και έτρεξαν να δουν τι γίνεται. Ο μπαμπάς τους μόλις πήγε να τους χωρίσει έφαγε κι εκείνος μια φούχτα αλοιφής. Τους έβαλε τις φωνές και οι δυο τους έμειναν με την αλοιφή στο πρόσωπο. Η μητέρα είπε στα παιδιά να πλύνουν το πρόσωπό τους. Εκείνοι αφού ολοκλήρωσαν το πλύσιμο θέλησαν να πάνε στην παιδική χαρά για παιχνίδι. Όταν έφτασαν πήγαν να ανεβούν στο "γύρο". Η Κλάρα έπεσε με το πρόσωπο κάτω και όταν πήγε να τη βοηθήσει ο αδερφός της έπεσε κι εκείνος. Σιγά - σιγά όλα τα παιδιά άρχισαν να πέφτουν κι αυτά, τότε τα κεφάλια τους γέμισαν καρούμπαλα. Αργότερα άρχισε να νυχτώνει, τα παιδιά έτρεξαν στο σπίτι τους και πεινασμένα έκατσαν στο τραπέζι τρώγοντας λαίμαργα. Αφού έφαγαν το βραδινό τους πήγαν στο δωμάτιό τους χορτασμένα. Μόλις κοιμήθηκαν η Κλάρα είδε ένα τρομακτικό όνειρο που είχε σχέση με τα μαύρα παπούτσια της. Είδε πως τα παπούτσια της όσο τα πετούσε τόσο περισσότερο μαζευόντουσαν. Τρομαγμένη ξύπνησε και πήγε να πετάξει τα καινούργια μαύρα παπούτσια της. Το πρωί ξύπνησε και είδε στο κρεβάτι της τρία ζευγάρια παπούτσια ένα κόκκινο, ένα μπλε και ένα μοβ. Αυτά τα παπούτσια της άρεσαν και δεν θέλησε ποτέ να τα πετάξει.

Χριστιάνα Μούνδουλα, Ελένη Τσάκου, Ελένη Γεωργαφέντη και Αργυρώ Γδύση, τάξη Στ΄

 

Οι κάλοι της Κλάρας

Μετά από αυτή τη συζήτηση μαζί με τους γονείς τους πήγαν στο σπίτι τους. Εκεί η Κλάρα πέταξε τα παπούτσια από το μπαλκόνι και αυτά εκσφεντονίστηκαν σε ένα κήπο. Στον κήπο υπήρχαν πολλά περιστέρια , ένα από αυτά τα βρήκε και της τα άφησσε στο παράθυρό της. Όταν τα είδε η Κλάρα άρχισε να φωνάζει και να στριγγλάει.

- Τι έγινε; ρώτησαν η μαμά και ο μπαμπάς .

- Βρήκα τα μαύρα παλιοπάπουτσα που πέταξα από το μπαλκόνι, στην παραθυρόπλακα!!!

- Μα γιατί τα πέταξες αυτά τα φτηνά παπούτσια , είπε η μαμά της.

Μετά από αυτό τον τσακωμό έρχεται ο αδερφός της και της λέει:

- Έχω μια τεράστια απορία.

- Τι απορία έχεις χρυσό μου αγοράκι; ρώτησε η μαμά.

- Θέλω να μου πείτε αν η γριά πάει στην Κόλαση και τη ψήσουν τα διαβολάκια ή στον Παράδεισο; αναρωτήθηκε η μικρός αδελφός της Κλάρας.

- Τι λες παιδί μου και φυσικά θα πάει στην Κόλαση, να την περιποιηθούν τα διαβολάκια, απάντησε η μαμά.

- Θα ασχοληθείτε καθόλου και με μένα; ή μόνο με αυτό το νιάνιαρο, τους ρώτησε.

Οι γονείς της με τον αδελφό  της δεν της έδωσαν σημασία. Το βράδυ ο αδελφός της σηκώθηκε και πέταξε τα παπούτσια στα σκουπίδια. Το άλλο πρωί ο ίδιος σηκώθηκε πρώτος περιμένοντας να περάσει το σκουπιδιάρικο , όμως παρόλο που περίμενε μια ώρα αυτό δεν φάνηκε. Πήγε μέσα και άνοιξε την τηλεόραση, ξαφνικά εκεί που άλλαζε τα κανάλια βλεπει ότι τα σκουπιδιάρικα είχαν απεργία. Η Κλάρα βλέποντας να λείπουν τα παπούτσια της άρχισε να φωνάζει:

- Μήπως μου πήρες κανείς τα παπούτσια;

Έρχεται η μαμά της και της λέει:

- Δεν τα ήθελες έτσι κι αλλιώς τι σε νοιάζει;

- Μα εγώ ήθελα να τα πετάξω, όχι άλλος, άλλωστε είχα δεθεί μαζί τους .

Πετάγεται και της λέει ο αδελφός της:

- Εγώ τα πέταξα για να σε διευκολύνω και να τα ξεφορτωθείς μια ώρα αρχίτερα.

Το επόμενο πρωί  η μαμά της πήγε και της αγόρασε κάτι άλλα παπούτσια.

- Μαμά τι έκανες πάλι, σου είπα ότι δεν θέλω να ξαναδώ ποτές μαύρα παπούτσια, τα ίδια θα έχουμε πάλι;είπε η Κλάρα και άρχισε να κλαίει τόσο δυνατά που ακούστηκε μέχρι τα Ιμαλάια.


   
Αγγελική & Μαριάνθη Μαθιούδη, τάξη Στ